





Μπορεί να χορηγηθεί για την πρόληψη υποκλινικών μορφών μεταβολικών νόσων σε υψιπαράγωγα αιγοπρόβατα, κατσίκες ή/και αγελάδες, που σχετίζονται με το αρνητικό ισοζύγιο ενέργειας κατά την περιγεννητική περίοδο, όταν οι ανάγκες είναι αυξημένες λόγω συνθηκών καταπόνηση ή/και λόγω έντονων μεταβολικών διεργασιών του οργανισμού που σχετίζονται με την περιγεννητική περίοδο. Το διάλυμα μπορεί να χορηγηθεί με απευθείας κατάποση από το ζώο ή/και καόπιν αραίωσης του με νερό*.
Οδηγίες Χρήσης
Μεταξύ τριών εβδομάδων πριν και έξι εβδομάδων μετά τον τοκετό για αγελάδες γαλακτοπαραγωγής. Έξι εβδομάδες πριν και τρεις εβδομάδες μετά τον τοκετό για τις προβατίνες και τις αίγες. Σε περίπτωση που χορηγούνται ταυτόχρονα προπιονικά άλατα ασβεστίου ή νατρίου στο τέλος της κύησης, είναι αναγκαία η αξιολόγηση της ισορροπίας των μεταλλικών αλάτων σε συνδυασμό με τον κίνδυνο υπασβεστιαιμίας μετά τον τοκετό.
Δοσολογία:
Πρόβατα και Αίγες: 200 ml διαλύματος ανά ζώο ανά ημέρα ή 1L διαλύματος για 5 ζώα ανά ημέρα.
Αγελάδες: 1L ανά ζώο ανά ημέρα.
* Πριν από τη χρήση, συνιστάται να ζητηθεί συμβουλή από κτηνίατρο ή διατροφολόγο.
Ανακινήστε καλά πριν από τη χρήση
Η κέτωση είναι ένα από τα πιο σημαντικά μεταβολικά προβλήματα σε εκμεταλλεύσεις ζώων υψηλής γαλακτοπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των προβάτων, των κατσικιών και των αγελάδων, καθώς προκαλεί αναιμία και υπερβολική ποσότητα κετονικών σωμάτων στα σωματικά υγρά των ζώων. Τα κετονικά σώματα είναι ενδιάμεσοι μεταβολίτες που παράγονται από την κετογένεση, μια διαδικασία όπου παράγεται ενέργεια μέσω της οξείδωσης των ελεύθερων λιπαρών οξέων στο ήπαρ και όχι μέσω της χρήσης της γλυκόζης ως πρωτογενούς πηγής ενέργειας. Αποτελούνται από β-υδροξυβουτυρικό οξύ (βΗΒΑ), ακετοξικό οξύ και ακετόνη. Η κέτωση στα πρόβατα και τις κατσίκες έχει ως αποτέλεσμα την τοξιναιμία κατά την εγκυμοσύνη, η οποία είναι μια θανατηφόρα μεταβολική διαταραχή που σχετίζεται με το μεταβολισμό της γλυκόζης και του λίπους και συνήθως εμφανίζεται κατά τις τελευταίες 6 εβδομάδες της εγκυμοσύνης. Σε αυτήν την περίοδο, η ζήτηση θρεπτικών συστατικών για τα αναπτυσσόμενα έμβρυα είναι σημαντική, ιδιαίτερα για τα πολύδιμα ζώα τα οποία απαιτούν 180% έως 240% περισσότερη ενέργεια από εκείνα που κυοφορούν ένα έμβρυο. Το αρνητικό ενεργειακό ισοζύγιο (N.E.B) τα καθιστά ευαίσθητα στην εμφάνιση κέτωσης, με πιθανότητα νόσησης έως και 80% κατά την τελευταία εβδομάδα της κύησης. Οι ερευνητές παρατήρησαν ποσοστά τοξιναιμίας σε πρόβατα μεταξύ 6,5% και 37% (Al-Mujalli, 2008), ενώ άλλοι (Gupta et al., 2008) ανέφεραν περιπτώσεις υποκλινικής κέτωσης (SCK) 14,86% κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και 13,51% κατά τη διάρκεια της γαλουχίας σε προβατίνες. Η συγκέντρωση της γλυκόζης στο αίμα θεωρείται άμεσος δείκτης του ενεργειακού ισοζυγίου στον οργανισμό και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως διαγνωστικός δείκτης. Για τις αγελάδες υψηλής γαλακτοπαραγωγής, η κέτωση είναι επίσης μια πολύ συχνή μεταβολική διαταραχή, ειδικά κατά τις πρώτες 6-8 εβδομάδες της γαλουχίας. Η κέτωση εμφανίζεται στο 7-14% κατά μέσο όρο του συνολικού αριθμού των αγελάδων σε ένα κοπάδι. Τα κλινικά συμπτώματα της κέτωσης στις αγελάδες περιλαμβάνουν απώλεια όρεξης και οσμή ακετόνης στο στόμα και στα ούρα τους. Αυτά τα συμπτώματα συνοδεύονται από πτώση της παραγωγής και ταυτόχρονη εμφάνιση ασθενειών, συμπεριλαμβανομένης της μαστίτιδας, της μητρίτιδας, της μετατόπισης ηνύστρου και της κακών ποσοστών αναπαραγωγής. Παρόλο που τα μηρυκαστικά χρησιμοποιούν πτητικά λιπαρά οξέα ως κύρια πηγή ενέργειας, τα ζώα υψηλής γαλακτοπαραγωγής εμφανίζουν μια ιδιαιτερότητα, καθώς οι αυξήσεις στις ενεργειακές απαιτήσεις εξαρτώνται τόσο από τις ανάγκες του εμβρύου, όσο και από τη γαλακτοπαραγωγή. Οι ενεργειακές ελλείψεις στο ημερήσιο σιτιρέσιο και το υπερβολικό βάρος των εγκύων ζώων, οδηγούν σε απώλεια της όρεξης και προοδευτικά σε αρνητικό ενεργειακό ισοζύγιο (Ν.Ε.Β). Έτσι τα ζώα απελευθερώνουν λιπαρά οξέα στην κυκλοφορία του αίματος, με ένα μέρος αυτών να εισέρχεται στον μαστικό αδένα και να προκαλεί αύξηση της περιεκτικότητας του γάλακτος σε λιπαρά. Αυτός είναι ένας ακόμη δείκτης για την πρόβλεψη υποκλινικής κέτωσης (SCK), όταν η αναλογία λίπους προς πρωτεΐνη στο γάλα παρουσιάζεται αυξημένη, συγκεκριμένα πάνω από 1,4:1. Η πρόληψη της κέτωσης βασίζεται στη διατήρηση των αγελάδων, προβάτων και αιγών σε καλή θρεπτική κατάσταση και βέλτιστο σωματικό βάρος κατά την περιγεννητική περίοδο μέσω της χορήγησης μιας ισορροπημένης διατροφής σε βασικά γλυκογόνα θρεπτικά συστατικά και με τη σωστή αναλογία ενέργειας προς πρωτεΐνη και ινωδών ουσιών.